ἔκπωμα

ἔκ-πωμα, ατος, τό,
A drinking-cup, beaker, Hdt.9.41,80, S.Ph.35, Th. 6.32, IG2.649.13, etc.:—[var] Dim. [suff] ἐκ-πωμάτιον, τό, Diph.19, Str.16.2.25.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έκπωμα — ἔκπωμα, το (Α) ποτήρι, κύπελλο …   Dictionary of Greek

  • ἔκπωμα — drinking cup neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοὔκπωμα — ἔκπωμα , ἔκπωμα drinking cup neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκπωμ' — ἔκπωμα , ἔκπωμα drinking cup neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπωμάτων — ἔκπωμα drinking cup neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπώμασι — ἔκπωμα drinking cup neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπώμασιν — ἔκπωμα drinking cup neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπώματα — ἔκπωμα drinking cup neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπώματι — ἔκπωμα drinking cup neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπώματος — ἔκπωμα drinking cup neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἀκπώματ' — ἐκπώματα , ἔκπωμα drinking cup neut nom/voc/acc pl ἐκπώματι , ἔκπωμα drinking cup neut dat sg ἐκπώματε , ἔκπωμα drinking cup neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.